Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

''Τι ζητείτε τον Ζώντα μετά των νεκρών;'' (μέρος 2ο)

ΣΗΜΕΡΟΝ Ο ΑΔΗΣ ΣΤΕΝΩΝ ΒΟΑ

Τούτο γαρ εστί το ευλογημένον Σάββατον

   Ξεκίνησαν πρωί,με τον ήλιο που είχε αρχίσει να εμφανίζεται.Μα δεν γνώριζαν.Δεν γνώριζαν πως αυτή είναι η ευλογημένη μέρα που η ανθρωπότητα περίμενε.Αυτή η ευλογημένη μέρα που οι νεκροί θα υποδέχονταν τον Λυτρωτή τους.Αυτή την ευλογημένη μέρα που μαζί με τον κτιστό ήλιο,ανέτειλε και ο Άκτιστος.Ο Ήλιος της Δικαιοσύνης.Ο Βασιλεύς της Ζωής και Νικητής του Θανάτου.

   Ήταν φοβισμένες,μα δεν γνώριζαν πως ο φόβος τους θα γινόταν θάρρος.Ήταν λυπημένες,μα δεν γνώριζαν πως η λύπη τους θα γινόταν χαρά.Ήταν μαυροντυμένες,μα δεν γνώριζαν πως θα φορούσαν την ολόλαμπρη Αναστάσιμη πανοπλία του Χριστού.Έφτασαν στο μνημείο.Οι στρατιώτες ήταν σωριασμένοι στο έδαφος,σαν νεκροί.Η πέτρα που το σφράγιζε είχε μετακινηθεί.Τι συνέβη;

   Μπαίνουν στο μνημείο και κοίταξαν με δέος και έκπληξη μεγάλη το αδειανό σάβανο και τον νέο που καθόταν επάνω εκεί που είχε τοποθετηθεί το σώμα Του.Το πρόσωπό του ήταν φωτισμένο και τα ρούχα του άστραφταν σαν ακτίνες του ήλιου.

   ''Γιατί αναζητείτε τον Ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς;''

   Πάγωσαν.Πώς ήξερε για ποιον και γιατί είχαν έρθει;Ποιος ήταν αυτός με το αγγελικό πρόσωπο;

   ''Ο Ιησούς δεν βρίσκεται εδώ.ΗΓΕΡΘΗ.Ορίστε ο τόπος που άφησαν το σώμα του.Αλλά εσείς,πηγαίνετε να πείτε στους μαθητές Του και στον Πέτρο επίσης,ότι θα τους συναντήσει στην Γαλιλαία όπως ακριβώς είπε.''

   Τότε το δέος εξαφανίστηκε και έδωσε τόπο στην χαρά,στην αγαλλίαση,στην τεράστια έκπληξη.Αναστήθηκε.Δεν ήταν πλέον νεκρός.Ο θάνατός Του έγινε ζωή.Ο τάφος Του έγινε θεμέλιος λίθος της αγαλλίασης,της ήττας του θανάτου,της Ζωής.Δεν γνώριζαν τι είχε γίνει.Δεν γνώριζαν πως λίγες στιγμές πριν ο Θάνατος έπεφτε νεκρός στο βασίλειό Του.

   Έτσι και έγινε.Έτσι είχε οριστεί να γίνει.Έτσι θέλησε Εκείνος που σταυρώθηκε να γίνει.Ενώ ο Διάβολος πανηγύριζε τη νίκη του επί του Χριστού και κάθισε στον ποτισμένο με αίμα θρόνο του,η γη άρχισε να τρέμει.Τα έγκατα του βασιλείου των νεκρών στέναζαν.Ούρλιαζαν και θρηνούσαν για την επερχόμενη εξαφάνισή τους.

   Ο σκοτεινός ουρανός του Άδη ξάφνου άρχισε να φωτίζεται.Τα μολυβδένια σύννεφά του διαλύονταν και σεισμός μέγας συντάραξε το βασίλειο του Διαβόλου.Οι νεκροί άρχισαν να βγαίνουν από τις φυλακές τους,οι πύλες των οποίων γκρεμίζονταν η μια μετά την άλλη.

   ''Τι συμβαίνει;Τι γίνεται στο βασίλειό μου;Γιατί ο θρόνος μου ραγίζει;''

   Και τότε...Τον είδε.Ολόφωτο και περίλαμπρο με το φωτοστέφανό Του,με τον αιματοβαμμένο σταυρό Του και με τρία γράμματα πάνω από την κεφαλή που πριν από λίγο τα αγκάθια είχαν καρφωθεί. Ο ΩΝ

   ''Δεν...μπορεί.Δεν είναι...δυνατόν.''

   Για πρώτη φορά μετά από αιώνες,η μαυρισμένη από τον φθόνο και την κακία ψυχή του γέμισε από φόβο και τρόμο.Είχε μπροστά του Εκείνον που πριν από πολλούς αιώνες υπηρετούσε,Εκείνον που σταύρωσε μέσω των Ιουδαίων,Εκείνον που στους πειρασμούς του απάντησε όχι,Εκείνον που είχε οριστεί να διαλύσει το κράτος του.Εκείνον που έγινε η Αγάπη και η Ζωή.

   ''Τι θέλεις εδώ;'',κραύγασε με μίσος.Μα απάντηση δεν έλαβε.''Έχουν όλα τελειώσει τώρα πια'',συμπλήρωσε για να καλύψει την σιωπή και τους φόβους του.Σαν να απαντούσε στον εαυτό του περισσότερο παρά σε Εκείνον.

   Δεν ήξερα πως όλα εκείνη τη στιγμή ξεκινούσαν.

   Και τότε....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου